<h2>ΡΙΖΟΥΛΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ</h2><p>Ενδοκρινολόγος - διαβητολόγος</p> <h2>ΡΙΖΟΥΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ</h2><p>Ογκολόγος</p><div class='bgslideshowmore'><a href='http://www.rizoulis-medical.gr/more2.php?l=el' >Περισσότερα...</a></div> <h2>ΡΙΖΟΥΛΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ</h2><p>Μικροβιολόγος</p><div class='bgslideshowmore'><a href='http://www.rizoulis-medical.gr/more3.php?l=el' >Περισσότερα...</a></div>
Previous Next
ΔΙΑΒΗΤΗΣ

 

ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ

Πρόκειται για διαβήτη που διαπιστώνεται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της κύησης. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν τον ορισμό, αποτελεί διαφορετική πάθηση από το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (που συνήθως εμφανίζεται σε παιδιά ή εφήβους) αλλά και το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (που συνήθως εμφανίζεται σε ενήλικες). Ασφαλώς, μια γυναίκα με διαβήτη τύπου 1 ή 2 μπορεί να μείνει έγκυος, αλλά αυτή η κατάσταση χαρακτηρίζεται ως προϋπάρχων διαβήτης και όχι ως διαβήτης της κύησης. Νεότερες επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν ότι στο 8% των κυήσεων (1 στις 12 έγκυες γυναίκες) θα εμφανισθεί σακχαρώδης διαβήτης.

Επομένως, πρόκειται για μια από τις συχνότερες παθήσεις της κύησης στην εποχή μας. Η αύξηση αυτή της συχνότητας οφείλεται σε δύο κύριους λόγους. Πρώτον, έχουν αυξηθεί τόσο τα ποσοστά της παχυσαρκίας ανάμεσα στις νέες γυναίκες, όσο και η ηλικία που η γυναίκα μένει έγκυος για πρώτη φορά. Δεύτερον, στο παρελθόν δεν δινόταν ιδιαίτερη προσοχή σε γυναίκες που γεννούσαν παιδιά βαρύτερα από 4 κιλά. Πολλές από αυτές τις κυήσεις είχαν επιπλακεί με σακχαρώδη διαβήτη. Τα κύρια συστατικά της διατροφής μας είναι οι πρωτεΐνες, τα λίπη και τα σάκχαρα (υδατάνθρακες, με κύριο εκπρόσωπο τη γλυκόζη). Η ορμόνη που είναι υπεύθυνη για τη χρησιμοποίηση των υδατανθράκων από τον οργανισμό είναι η ινσουλίνη. Σε κάθε εγκυμοσύνη, η ινσουλίνη εμφανίζει ‘αντίσταση’ στη δράση της, που προκαλείται από ορμόνες που παράγονται από τον πλακούντα.

Γι’ αυτό και ο διαβήτης εκδηλώνεται συνήθως στο δεύτερο μισό της κύησης, όταν το μέγεθος του πλακούντα και η παραγωγή των ορμονών αυξάνεται. Ο σκοπός αυτής της ‘φυσιολογικής’ αντίστασης είναι η μη χρησιμοποίηση όλων των υδατανθράκων από τη μητέρα, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να περνούν τον πλακούντα και να συμβάλουν στην ανάπτυξη του εμβρύου. Με αυτήν την πρόνοια της φύσης, μπορούν να συντηρηθούν κυήσεις ακόμη και κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες. Ωστόσο, σε αυτήν την φυσιολογική αντίσταση στην ινσουλίνη έρχονται πολύ συχνά να προστεθούν δύο άλλες. Πρώτον, η αντίσταση που οφείλεται σε γενετικά αίτια: πρόκειται για γυναίκες που έχουν κληρονομήσει από τους γονείς τους γονίδια που προδιαθέτουν σε διαβήτη και που είναι πιθανό να εμφανίσουν διαβήτη σε μεταγενέστερη ηλικία, όπως και οι γονείς τους. Δεύτερον, η αντίσταση που οφείλεται στην παχυσαρκία, είτε πρόκειται για αυξημένο σωματικό βάρος κατά την έναρξη της κύησης, είτε σε αύξησή του κατά τη διάρκειά της. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι μια γυναίκα μπορεί να αυξήσει κατά πολύ την αντίσταση στην ινσουλίνη κατά τη διάρκεια της κύησης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση διαβήτη.

Αμέσως μόλις γεννήσει η γυναίκα (για να είμαστε ακριβείς, αμέσως μόλις γίνει ο τοκετός του πλακούντα) παύει αυτόματα η αντίσταση της κύησης, οπότε η γυναίκα επανέρχεται στο σημείο που ήταν πριν τον τοκετό. Γι’ αυτό, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης αποτελεί παροδική κατάσταση που παύει να υπάρχει μετά τον τοκετό. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα που εμφάνισε διαβήτη κατά την κύηση δεν πρέπει να ανησυχεί για το μέλλον; Ακριβώς το αντίθετο. Η γυναίκα που εμφάνισε διαβήτη κατά την κύηση έχει αυξημένο κίνδυνο για δύο καταστάσεις.

Πρώτον, να εμφανίσει ξανά σακχαρώδη διαβήτη σε μία επόμενη κύηση, πιθανόν μάλιστα με μεγαλύτερη βαρύτητα και πιο πρώιμη έναρξη. Δεύτερον, να εμφανίσει σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε μερικά χρόνια. Μελέτες έχουν δείξει ότι η πιθανότητα να εμφανίσει διαβήτη τύπου 2 μια γυναίκα που διαγνώσθηκε με διαβήτη της κύησης μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια είναι 50%. Αυτό σημαίνει ότι μια γυναίκα 30 ετών με διαβήτη της κύησης, ο οποίος παύει να υφίσταται μετά τον τοκετό, έχει 50% πιθανότητα να εμφανίσει μόνιμο διαβήτη τύπου 2 πριν την ηλικία των 40 ετών. Η θεραπεία και στις δύο περιπτώσεις είναι η υιοθέτηση σωστού τρόπου ζωής, με ισορροπημένη διατροφή και σωματική άσκηση.


ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ

Ο διαβήτης είναι ένας κοινός όρος ο οποίος περιγράφει αρκετές διαταραχές του μεταβολισμού. Στο διαβήτη, ο οργανισμός παράγει λιγότερη ή και καθόλου ινσουλίνη, ή χρησιμοποιεί την ινσουλίνη με τρόπο μη αποτελεσματικό.
Είναι συχνή πάθηση και χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα.
Ο όρος «διαβήτης», γνωστός και ως «σακχαρώδης διαβήτης», προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «διαβαίνω» και χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τη διέλευση της γλυκόζης στα ούρα.
Ο διαβήτης αλλάζει δραστικά τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός χρησιμοποιεί το φαγητό. Στο επίκεντρο του προβλήματος βρίσκεται η ινσουλίνη – μια ορμόνη, της οποίας ο ρόλος είναι να βοηθάει τη γλυκόζη να μπαίνει μέσα στα κύτταρα του οργανισμού και να χρησιμοποιείται ως πηγή ενεργείας.
Ο διαβήτης χαρακτηρίζεται από τη μερική ή την πλήρη έλλειψη παραγωγής ινσουλίνης. Η ινσουλίνη παράγεται φυσιολογικά από συγκεκριμένα κύτταρα στο πάγκρεας- ένα όργανο του σώματος που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή ινσουλίνης και άλλων ορμονών που προάγουν το μεταβολισμό των τροφών.
Οι πιο συχνοί τύποι διαβήτη είναι ο διαβήτης τύπου 1 και ο διαβήτης τύπου 2. Και στις δυο περιπτώσεις, η ικανότητα που έχει ο οργανισμός να παίρνει τη γλυκόζη από το αίμα και να τη βάζει μέσα στα κύτταρα, όπου χρησιμοποιείται ως ενεργειακή δεξαμενή, είναι ελαττωμένη ή λείπει.
Αν και οι δυο τύποι διαβήτη αποτελούν ξεχωριστές νοσολογικές οντότητες, εμφανίζουν μια σειρά από συμπτώματα και επιπλοκές, οι οποίες χαρακτηρίζουν από κοινού τη νόσο.
 
Συμπτώματα του διαβήτη:

  • πολυουρία
  • πολυδιψία ή/και πολυφαγία
  • απώλεια βάρους
  • κόπωση, αδυναμία, κράμπες
  • διαταραχές αισθητικότητας
  • καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων
  • λοιμώξεις


Η αποδοχή της νόσου και η εκπαίδευση πάνω στην αντιμετώπισή της αποτελούν τα σημαντικότερα στοιχεία για μια αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση. Από την άλλη, ο κακός έλεγχος της νόσου μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση επιπλοκών, όπως:

  • καρδιακή νόσος
  • αυξημένη αρτηριακή πίεση
  • αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • νεφρική ανεπάρκεια
  • διαταραχές όρασης
  • νευρολογικές διαταραχές
  • έλκη στα πόδια και λοιμώξεις